Ελλάδα και Τηλεργασία

Η χώρα μας με το μεγαλύτερο μέρος της αποτελούμενο από νησιωτικές και ορεινές περιοχές είναι ίσως το ιδανικό έδαφος για την εφαρμογή και ανάπτυξη της τηλεργασίας. Αυτό συμβαίνει γιατί η νέα αυτή μορφή εργασίας είναι εκείνη που κυρίως "μεταφέρει" την εργασία στον χώρο διαμονής των εργαζομένων μειώνοντας τις δυσκολίες ανάπτυξης της απασχόλησης που συσχετίζονται με την υλοποίηση επενδύσεων μεγάλου κόστους και βαριάς μορφής. Κάτι παραπάνω από μια απλή επένδυση "εντάσεων εργασίας" πρέπει να θεωρηθεί κάθε επένδυση που αφορά την υλοποίηση δράσεων τηλεργασίας στην Ελληνική περιφέρεια. Είναι για την ακρίβεια η ταχύτατη και ευέλικτη μεταφορά του "όγκου της εργασίας" οπουδήποτε, στηριζόμενη στην χρήση των τεχνολογιών της πληροφορικής και των σύχρονων τηλεπικοινωνιών.

Οι προαναφερθείσες προτάσεις, σε συνδυασμό με τα γενικά στοιχεία που προηγήθηκαν για την τηλεργασία, δημιουργούν άμεσα και δικαιολογημένα μερικά κρίσιμα ερωτήματα και προβληματισμούς σχετικά με την ανάπτυξη της τηλεργασίας στην Ελλάδα. Υπάρχει στην χώρα μας η κατάλληλη τεχνολογική υποδομή στις τηλεπικοινωνίες; υπάρχει επαρκής γνώση σχετικά με τις τεχνολογίες της πληροφορικής; είναι ο Έλληνας από την φύση του καλός δέκτης εφαρμογής της τηλεργασίας; Και ίσως το κρισιμότερο ερώτημα. Τι είναι αυτό που θα δώσει την απαραίτητη ώθηση για την γρήγορη ανάπτυξη της τηλεργασίας στην Ελλάδα;

Οι απαντήσεις όπως θα δούμε είναι εντυπωσιακά απλές και ίσως περισσότερο θετικές από το αναμενόμενο, λαμβάνοντας υπόψη μας ότι η χώρα μας δεν έχει δείξει ότι μπορεί εύκολα να απορροφά και να εφαρμόζει ως πρωτοπόρος, αλλαγές σε κρίσιμους τομείς όπως είναι ο τομέας του περιβάλλοντος εργασίας.

Ποιά είναι λοιπόν η αναγκαία τηλεπικοινωνιακή υποδομή για την ανάπτυξη της τηλεργασίας; Η παγκόσμια προσπάθεια για την μετάδοση δεδομένων μέσω δικτύων τηλεματικής με το χαμηλότερο δυνατό κόστος οδήγησε στην ανακάλυψη νέων εργαλείων μετάδοσης που είναι εφαρμόσιμα χρησιμοποιώντας την υποδομή απλών τηλεπικοινωνιακών δικτύων, όπως οι τηλεφωνικές γραμμές. Το Internet αξιοποίησε την απλή τηλεφωνική γραμμή ως ένα ισχυρότατο μέσο μετάδοσης δεδομένων με χαμηλό κόστος. Πρόσφερε την δυνατότητα να στηρίζονται οι "κορμοί παγκόσμιας διασύνδεσης" σε χαμηλού σχετικά κόστους τεχνολογικές λύσεις και επομένως να δίνουν καλές ευκαιρίες γρήγορης ανάπτυξης τους. Αρκεί να αναφερθεί ότι το 1995 η σύνδεση των Ελλήνων χρηστών Internet με το εξωτερικό γινόταν με μία μόνο γραμμή ταχύτητας 512Κ μέσω Ι.Τ.Ε. Σήμερα, και το πιθανότερο είναι και ΄τώρα που γίνεται αναφορά να έχει αυξηθεί', υπάρχουν τουλάχιστον 18 ανεξάρτητες συνδέσεις των 2Μ και 50 γραμμές των 128Κ μεταξύ Ελληνικών φορέων παροχής υπηρεσιών internet και του παγκοσμίου δικτύου σε Ευρώπη και Η.Π.Α. Eπισης το 1995 είχε σύνδεση μόνο η Αθήνα, Ηράκλειο, Πάτρα και Θεσσαλονίκη (και οι άλλες περιοχές έδρες πανεπιστημίων μόνο για ακαδημαϊκούς σκοπούς) και σήμερα υπάρχουν πάνω από 70 Ελληνικές πόλεις που οι κάτοικοι τους έχουν την δυνατότητα σύνδεσης μέσω του internet. Φορείς όπως η OTEnet, η Forthnet και η Hellas On Line (για να αναφερθούν οι κυριότεροι Έλληνες παροχείς Internet συνδέσεων) κάθε μήνα επεκτείνονται σε νέες περιοχές, όπως ακριβώς στήνεται ο ιστός της αράχνης.

Η τηλεργασία δεν απαιτεί ειδικά δίκτυα και χρησιμοποιείται η τεχνολογία Internet. Οι μεταγωγές δεδομένων, πληροφοριών αλλά και ήχου / εικόνας γίνονται με τεχνικές συμπίεσης του όγκου πληροφοριών που κάνουν δυνατή την μεταφορά από οποιοδήποτε προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή του τηλεργαζόμενου που έχει σύνδεση με το Internet.

Οσον αφορά τον προβληματισμό περι του επιπέδου τεχνολογικής γνώσης των Ελλήνων θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε μονο θετικά την συμμετοχή στην εκπαιδευση στην πληροφορική. Οι περισότερες κοινωνικές ομάδες, δηλαδή, παιδιά, φοιτητές, επιχειρηματίες, υπάλληλοι ενδιαφέρονται γιά τη εκμάθηση της τεχνολογίας της πληροφορικής. Ολα τα επιπεδα εκπαιδευσης απο τα απλά προγραμματα εκμαθησης χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών μέχρι σχετικές σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου βρίσκονται σε μιά εκπληκτικά γρήγορη τροχιά ανοδικής επέκτασης.

Με δεδομένα λοιπον αφενός το επαρκές των τεχνολογικών μέσων και υποδομής γιά την εφαρμογή της τηλεργασίας και αφετέρου τον καλό βαθμό γνώσης, είναι ο Ελληνας έτοιμος να χρησιμοποιησει την τηλεργασία και να οδηγηθεί μια γρήγορη αναπτυξη στην Ελλάδα της νέας αυτή μορφής εργασίας;

Η απάντηση θα είναι το συμπέρασμα μιάς σειράς καταφάσεων σε ερωτήσεις όπως:

  • είναι αναγκαία γιά τον Ελληνα η αίσθηση της προσωπικής ελευθερίας στην εργασία που δίνει η ευελιξία στην κατανομή του χρόνου εργασίας η τηλεργασία;
  • είναι η δυνατότητα διαχείρισης της εργασίας των τηλεργαζομένων με πιό ελαστικά κριτήρια, που παρέχονται στον τηλεργαζόμενο οσον αφορά, την σειρά εργασιών, την αξιολόγηση των προτεραιοτήτων από τον ίδιο ένα στοιχείο που κάνει τον Ελληνα πιό παραγωγικό;
  • είναι κριτήριο αποκλεισμού και δυσκολία εφαρμογής της τηλεργασίας στην Ελλάδα η μείωση των συναντήσεων συνεργασίας διοικητικού ή τεχνικού περιεχομένου και η αντικατάσταση τους με την απο απόσταση επικοινωνία;

Τέλος θα υπάρξει ο αναγκαίος ενθουσιασμός στην εφαρμογή νεωτερισμών, νέων μεθόδων και μεταβολών.

Δύσκολα θα μπορούσαμε να αρνηθούμε την κατάφαση σε όλες αυτές τις ερωτήσεις γιά τον Ελληνα. Αυτά που χαρακτηρίζουν δηλαδή, την ατομικότητα, την ανάπτυξη πρωτοβουλίας , την δημιουργικότητα και την κοινωνικότητα όχι μέσω της εργασίας αλλά ως ανεξάρτητο στοιχείο της ζωής Αποτελούν λοιπον θετικά στοιχεια για την αναπτυξη της νεας μορφής εργασίας στην Ελλαδα.

Ανακεφαλαιώνοντας βλέπουμε οτι είναι η κοινωνία των πληροφοριών που λειτουργεί ως καταλύτης στις εξελιξης της αγοράς εργασίας των σύγχρονων κοινωνιών άρα και της Ελλάδας. Η τεχνολογίες της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών δημιουργούν συνήθως νέα επαγγέλματα άμεσα ή έμμεσα. Την ίδια στιγμή αυτές οι τεχνολογίες συμβάλλουν στην εκπληκτικά γρήγορη ανάπτυξη και επέκταση της τηλεργασίας. Αυτό είναι ενα δεδομένο που θα πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη μας αν θέλουμε να δούμε οχι μονο τις τωρινές αλλα και τις μελλοντικές επιπτώσεις της τηλεργασίας.

Τέλος ένα τελευταίο σημείο είναι το κόστος μεταφοράς στις νέα μορφή εργασίας, την τηλεργασία από την παραδοσιακή μορφή εργασίας, και πως αυτό θα κατανεμηθεί.

Στο παρελθόν κατά την εξέλιξη των κοινωνιών από την αγροτική στην βιομηχανική κοινωνία, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι παρέμειναν ως κεφάλαο της παλιάς κοινωνίας η αγροτο-βιομηχανίες και οι αγροτο-επιχειρήσεις. Η αγροτική κοινωνία παρέμεινε για να καλύψει τις ανάγκες σε μη συνθετική τροφή και αγροτικά προϊόντα. Εκείνο που είχε αλλάξει ήταν οι θέσεις του αγροτών …του ανθρώπου δηλαδή. Οι άνθρωποι μετάφεραν την χρήση των νέων δομών και πλήρωσαν το κυρίως κόστος.

Όταν τώρα αναφερόμαστε στην μετάβαση από την βιομηχανική κοινωνία στην κοινωνία των πληροφοριών δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι : η βιομηχανία παραμένει ισχυρή. Απλά σε αυτή την μετάβαση οι εργαζόμενοι στην βιομηχανία μεταφέρονται σε νέες θέσεις, άλλοι φεύγουν σε νέα επαγγέλματα. Υπάρχει συνεχώς αυξανόμενη ανάγκη νέων προσόντων των εργαζόμενων. Οι κανόνες της αγοράς καθορίζουν τις μεταβολές στην παραγωγική διαδικασία και στις υπηρεσίες σε ένα περιβάλλον που την ίδια στιγμή απαιτεί εργαζόμενους υψηλών προσόντων, ευελιξία,το χαμηλότερο κόστος και τα λιγότερα εμπόδια σε αυτές τις αλλαγές προς την κοινωνία των πληροφοριών, χαρακτηριστικά που καλύπτει η τηλεργασία.

Ίσως λοιπόν η τηλεργασία να είναι ο καλύτερος μοχλός υποβοήθησης αυτής της αλλαγής από την βιομηχανική κοινωνία στην κοινωνία των πληροφοριών.